Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

many moons


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο moon παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: many | moons

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
the moon n (Earth's moon)φεγγάρι ουσ ουδ
  (επίσημο, λόγιος)Σελήνη ουσ θηλ κύρ
  (λόγιος)σελήνη ουσ θηλ
Σχόλιο: Η Σελήνη είναι το όνομα του δορυφόρου της γης και είναι κύριο όνομα, άλλα συχνά γράφεται με μικρό το αρχικό γράμμα.
 The moon can often be seen at night.
 Το φεγγάρι είναι συχνά ορατό τη νύχτα.
 Η Σελήνη είναι συχνά ορατή τη νύχτα.
moon n (planetary satellite)φεγγάρι ουσ ουδ
 Almost every planet in the solar system has a moon.
 Σχεδόν κάθε πλανήτης στο ηλιακό σύστημα έχει το δικό του φεγγάρι.
moon n (moon's visible part) (επίσημο)όψη ουσ θηλ
  -σέληνος επίθημα
  (καθομιλουμένη)-φέγγαρο επίθημα
  φεγγάρι ουσ ουδ
Σχόλιο: Συνήθως χρησιμοποιούνται διαφορετικές λέξεις, ανάλογα με την όψη, π.χ. πανσέληνος, ημισέληνος, μισοφέγγαρο, μηνίσκος.
 There is a full moon tonight.
 Έχει πανσέληνο απόψε.
 Απόψε το φεγγάρι είναι γεμάτο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
moon n figurative, poetic (lunar month) (μεταφορικά, λόγιος)φεγγάρι ουσ ουδ
 It has not rained in many moons.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Τελευταία φορά που τη συνάντησα ήταν πολλά φεγγάρια πριν.
moon vi informal (daydream) (μτφ, καθομιλουμένη)χαζεύω ρ αμ
 Adolescent girls often moon in class while thinking about boys.
 Τα έφηβα κορίτσια συχνά χαζεύουν στην τάξη ενώ σκέφτονται τα αγόρια.
moon [sb] vtr slang (show buttocks) (χυδαίο: σε κάποιον)δείχνω τον κώλο μου περίφρ
  δείχνω τα οπίσθιά μου περίφρ
 The players mooned the other team.
 Οι παίκτες έδειξαν τα οπίσθιά τους στην αντίπαλη ομάδα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
moon about vi phrasal informal (mope) (καθομιλουμένη)μιζεριάζω ρ αμ
 Why don't you go out and do something useful instead of mooning about in here all day?
moon over [sb/sth] vtr phrasal insep (think of [sb/sth] too much)σκέφτομαι επίμονα ρ αμ + επίρ
  (μεταφορικά)κολλάω με κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)παρασκέφτομαι ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
blood moon,
Blood Moon
n
(in total lunar eclipse) (μεταφορικά)αιμάτινο φεγγάρι επίθ + ουσ ουδ
blue moon n figurative (long period)μεγάλο χρονικό διάστημα ουσ.ουδ.
  πολύς καιρός επίθ + ουσ αρσ
 Why, it's a blue moon since I saw you last.
crescent moon n (moon: arc-shaped view)ημισέληνος ουσ θηλ
 A crescent moon was just visible through the clouds.
 Μια ημισέληνος μόλις που φαινόταν μέσα από τα σύννεφα.
full moon n (moon: fully visible)πανσέληνος ουσ θηλ
  (ποιητικό)ολόγιομο φεγγάρι επίθ + ουσ ουδ
 The light of the full moon made it easier to travel by night.
full moon n (phase: moon fully visible)πανσέληνος ουσ θηλ
  (ποιητικό)ολόγιομο φεγγάρι επίθ + ουσ ουδ
 Legend states that werewolves only appear during the full moon.
half-moon adj (shape of half-circle)μισοφέγγαρο ουσ ουδ
  (επίσημο)ημισέληνος ουσ θηλ
harvest moon (autumnal moon)φθινοπωρινή πανσέληνος επίθ + ουσ θηλ
  φθινοπωρινό φεγγάρι επίθ + ουσ ουδ
Moon Boot,
moon boot
n
® (padded footwear)μπότες moon boot φρ ως ουσ θηλ πλ
Σχόλιο: As a registered trademark, "Moon Boot" should be capitalized, but this is often omitted in informal communications.
moon dust n (powder on lunar surface)σεληνιακή σκόνη επίθ + ουσ θηλ
moon-faced adj (having a very round face)στρογγυλοπρόσωπος επίθ
  φεγγαροπρόσωπος επίθ
moonshot,
moon shot
n
(spacecraft: moon launch)εκτόξευση ουσ θηλ
  (κατά λέξη)εκτόξευση διαστημοπλοίου για το φεγγάρι
moonshot,
moon shot
n
figurative (baseball hit over the fence) (μπέϊζμπολ)πολύ ψηλή μπαλιά περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
moonshot,
moon shot
n
figurative (ambitious project)φιλόδοξο εγχείρημα επίθ + ουσ ουδ
new moon n (phase: moon is invisible)καινούριο φεγγάρι εκφρ
 It's very dark today, there must be a new moon.
once in a blue moon adv figurative (very rarely) (καθομ: πολύ σπάνια)μια στο τόσο, μια στις τόσες περίφρ
 He only calls once in a blue moon.
over the moon adj UK, figurative, informal (extremely joyful) (μεταφορικά: είμαι)στον έβδομο ουρανό έκφρ
  (μεταφορικά: πετάω)στα σύννεφα έκφρ
  (μεταφορικά)πετάω από τη χαρά μου έκφρ
 Lisa was over the moon to learn that she was going to be a grandmother.
phases of the moon npl (lunar cycle)σεληνιακός κύκλος ουσ αρσ
  φάσεις της σελήνης ουσ θηλ πλ
 It takes 30 days to cycle through all the phases of the moon.
promise the moon,
promise [sb] the moon
v expr
figurative (vow to provide [sth] unrealistic) (μεταφορικά)τάζω τον ουρανό με τ' άστρα έκφρ
  (μεταφορικά)τάζω λαγούς με πετραχήλια έκφρ
 Before the wedding, he promised her the moon; the reality of married life was very different.
shoot for the moon v expr mainly US, figurative (strive for the best)έχω μεγάλους στόχους έκφρ
waning crescent moon n (phase of moon)φθίνουσα ημισέληνος μτχ ενεστ + ουσ θηλ
 A waning crescent moon looks like a smile in the sky.
waning moon n (moon as it decreases)σελήνη σε φθίνουσα φάση περίφρ
  φθίνουσα ημισέληνος μτχ ενεστ + ουσ θηλ
waxing crescent moon n (astronomy: lunar phase) (φάση σελήνης)αύξων μηνίσκος φρ ως ουσ αρσ
waxing moon n (moon as it grows fuller) (μεταφορικά)το φεγγάρι που γεμίζει περίφρ
 I see we have a waxing moon; it should be full in another few nights.
 Βλέπω ότι το φεγγάρι γεμίζει. Σε λίγες μέρες θα έχουμε πανσέληνο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση many moons στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «many moons».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!