| Κύριες μεταφράσεις |
| the moon n | (Earth's moon) | φεγγάρι ουσ ουδ |
| | (επίσημο, λόγιος) | Σελήνη ουσ θηλ κύρ |
| | (λόγιος) | σελήνη ουσ θηλ |
| Σχόλιο: Η Σελήνη είναι το όνομα του δορυφόρου της γης και είναι κύριο όνομα, άλλα συχνά γράφεται με μικρό το αρχικό γράμμα. |
| | The moon can often be seen at night. |
| | Το φεγγάρι είναι συχνά ορατό τη νύχτα. |
| | Η Σελήνη είναι συχνά ορατή τη νύχτα. |
| moon n | (planetary satellite) | φεγγάρι ουσ ουδ |
| | Almost every planet in the solar system has a moon. |
| | Σχεδόν κάθε πλανήτης στο ηλιακό σύστημα έχει το δικό του φεγγάρι. |
| moon n | (moon's visible part) (επίσημο) | όψη ουσ θηλ |
| | | -σέληνος επίθημα |
| | (καθομιλουμένη) | -φέγγαρο επίθημα |
| | | φεγγάρι ουσ ουδ |
| Σχόλιο: Συνήθως χρησιμοποιούνται διαφορετικές λέξεις, ανάλογα με την όψη, π.χ. πανσέληνος, ημισέληνος, μισοφέγγαρο, μηνίσκος. |
| | There is a full moon tonight. |
| | Έχει πανσέληνο απόψε. |
| | Απόψε το φεγγάρι είναι γεμάτο. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| moon n | figurative, poetic (lunar month) (μεταφορικά, λόγιος) | φεγγάρι ουσ ουδ |
| | It has not rained in many moons. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Τελευταία φορά που τη συνάντησα ήταν πολλά φεγγάρια πριν. |
| moon⇒ vi | informal (daydream) (μτφ, καθομιλουμένη) | χαζεύω ρ αμ |
| | Adolescent girls often moon in class while thinking about boys. |
| | Τα έφηβα κορίτσια συχνά χαζεύουν στην τάξη ενώ σκέφτονται τα αγόρια. |
| moon [sb]⇒ vtr | slang (show buttocks) (χυδαίο: σε κάποιον) | δείχνω τον κώλο μου περίφρ |
| | | δείχνω τα οπίσθιά μου περίφρ |
| | The players mooned the other team. |
| | Οι παίκτες έδειξαν τα οπίσθιά τους στην αντίπαλη ομάδα. |
Σύνθετοι τύποι:
|
blood moon, Blood Moon n | (in total lunar eclipse) (μεταφορικά) | αιμάτινο φεγγάρι επίθ + ουσ ουδ |
| blue moon n | figurative (long period) | μεγάλο χρονικό διάστημα ουσ.ουδ. |
| | | πολύς καιρός επίθ + ουσ αρσ |
| | Why, it's a blue moon since I saw you last. |
| crescent moon n | (moon: arc-shaped view) | ημισέληνος ουσ θηλ |
| | A crescent moon was just visible through the clouds. |
| | Μια ημισέληνος μόλις που φαινόταν μέσα από τα σύννεφα. |
| full moon n | (moon: fully visible) | πανσέληνος ουσ θηλ |
| | (ποιητικό) | ολόγιομο φεγγάρι επίθ + ουσ ουδ |
| | The light of the full moon made it easier to travel by night. |
| full moon n | (phase: moon fully visible) | πανσέληνος ουσ θηλ |
| | (ποιητικό) | ολόγιομο φεγγάρι επίθ + ουσ ουδ |
| | Legend states that werewolves only appear during the full moon. |
| half-moon adj | (shape of half-circle) | μισοφέγγαρο ουσ ουδ |
| | (επίσημο) | ημισέληνος ουσ θηλ |
| harvest moon | (autumnal moon) | φθινοπωρινή πανσέληνος επίθ + ουσ θηλ |
| | | φθινοπωρινό φεγγάρι επίθ + ουσ ουδ |
Moon Boot, moon boot n | ® (padded footwear) | μπότες moon boot φρ ως ουσ θηλ πλ |
| Σχόλιο: As a registered trademark, "Moon Boot" should be capitalized, but this is often omitted in informal communications. |
| moon dust n | (powder on lunar surface) | σεληνιακή σκόνη επίθ + ουσ θηλ |
| moon-faced adj | (having a very round face) | στρογγυλοπρόσωπος επίθ |
| | | φεγγαροπρόσωπος επίθ |
moonshot, moon shot n | (spacecraft: moon launch) | εκτόξευση ουσ θηλ |
| | (κατά λέξη) | εκτόξευση διαστημοπλοίου για το φεγγάρι |
moonshot, moon shot n | figurative (baseball hit over the fence) (μπέϊζμπολ) | πολύ ψηλή μπαλιά περίφρ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
moonshot, moon shot n | figurative (ambitious project) | φιλόδοξο εγχείρημα επίθ + ουσ ουδ |
| new moon n | (phase: moon is invisible) | καινούριο φεγγάρι εκφρ |
| | It's very dark today, there must be a new moon. |
| once in a blue moon adv | figurative (very rarely) (καθομ: πολύ σπάνια) | μια στο τόσο, μια στις τόσες περίφρ |
| | He only calls once in a blue moon. |
| over the moon adj | UK, figurative, informal (extremely joyful) (μεταφορικά: είμαι) | στον έβδομο ουρανό έκφρ |
| | (μεταφορικά: πετάω) | στα σύννεφα έκφρ |
| | (μεταφορικά) | πετάω από τη χαρά μου έκφρ |
| | Lisa was over the moon to learn that she was going to be a grandmother. |
| phases of the moon npl | (lunar cycle) | σεληνιακός κύκλος ουσ αρσ |
| | | φάσεις της σελήνης ουσ θηλ πλ |
| | It takes 30 days to cycle through all the phases of the moon. |
promise the moon, promise [sb] the moon v expr | figurative (vow to provide [sth] unrealistic) (μεταφορικά) | τάζω τον ουρανό με τ' άστρα έκφρ |
| | (μεταφορικά) | τάζω λαγούς με πετραχήλια έκφρ |
| | Before the wedding, he promised her the moon; the reality of married life was very different. |
| shoot for the moon v expr | mainly US, figurative (strive for the best) | έχω μεγάλους στόχους έκφρ |
| waning crescent moon n | (phase of moon) | φθίνουσα ημισέληνος μτχ ενεστ + ουσ θηλ |
| | A waning crescent moon looks like a smile in the sky. |
| waning moon n | (moon as it decreases) | σελήνη σε φθίνουσα φάση περίφρ |
| | | φθίνουσα ημισέληνος μτχ ενεστ + ουσ θηλ |
| waxing crescent moon n | (astronomy: lunar phase) (φάση σελήνης) | αύξων μηνίσκος φρ ως ουσ αρσ |
| waxing moon n | (moon as it grows fuller) (μεταφορικά) | το φεγγάρι που γεμίζει περίφρ |
| | I see we have a waxing moon; it should be full in another few nights. |
| | Βλέπω ότι το φεγγάρι γεμίζει. Σε λίγες μέρες θα έχουμε πανσέληνο. |